ευκτέανος

(I)
εὐκτέανος, -ον (Α)
πλούσιος, ευτυχής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + κτέανον «αγαθό» (< κτώμαι)].
————————
(II)
εὐκτέανος, -ον (Α)
ευκτήδων*.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -κτέανος, που απαντά στον Ησύχ. στον τ. ευθυ-κτέανον και ιθυ-κτέανον].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐκτέανος — 1 wealthy masc/fem nom sg εὐκτέανος 2 wealthy masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκτέανον — εὐκτέανος 1 wealthy masc/fem acc sg εὐκτέανος 1 wealthy neut nom/voc/acc sg εὐκτέανος 2 wealthy masc/fem acc sg εὐκτέανος 2 wealthy neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκτεάνοιο — εὐκτέανος 1 wealthy masc/fem/neut gen sg (epic) εὐκτέανος 2 wealthy masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκτεάνοισι — εὐκτέανος 1 wealthy masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) εὐκτέανος 2 wealthy masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκτεάνου — εὐκτέανος 1 wealthy masc/fem/neut gen sg εὐκτέανος 2 wealthy masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκτεάνους — εὐκτέανος 1 wealthy masc/fem acc pl εὐκτέανος 2 wealthy masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκτέανοι — εὐκτέανος 1 wealthy masc/fem nom/voc pl εὐκτέανος 2 wealthy masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκτεανωτέρα — εὐκτεανωτέρᾱ , εὐκτέανος 1 wealthy fem nom/voc/acc comp dual εὐκτεανωτέρᾱ , εὐκτέανος 1 wealthy fem nom/voc comp sg (attic doric aeolic) εὐκτεανωτέρᾱ , εὐκτέανος 2 wealthy fem nom/voc/acc comp dual εὐκτεανωτέρᾱ , εὐκτέανος 2 wealthy fem… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.